προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Μνημονεύοντας μια συνομιλία

Αντιγράφω, señor: το παιδί μεγαλώνει πεθαίνοντας
ένα εκατομμύριο φορές
τουλά-
χιστον
Το παιδί ποτέ δεν υπήρξε
εδώ οφείλω να προσθέσω πως όντας παιδιόθεν 
καταδικασμένος στην ασχήμια ένιωσα ένας
διαρκώς μελλοθάνατος. ο λόγος πίσω:
Το ζάρι που γέννησε το χρόνο
χάθηκε παίζοντας το παιδί
την ενοχή του να θυμάται.
Στα ριξίματα, ξανα-γεννήθηκα, ο πάππος,
τόσο προσφωνημένος όσο εμφανώς
βιασμένος, όλα εξ ανάγκης. Εν ονείρω
να σημειώσω στο περιθώριο πως ο señor εχρησιμοποίησεν
τη λέξη sueño-να διαβαστεί θα μπορούσε: υπνηλίως
Νύσταξα αφού ακούγοντας συνεχώς το Όνο-
μα μόνο κόβεται η όρεξη. Εν τω μεταξύ Η κόρη μου
αποφασίζοντας πως εγώ γεννώ τα παιδιά της
με αποκήρυξε.
Αυτός ο λόγος που έπειτα έβγαλα
τα προς το
ζην
πακετάροντας συναρτήσεις ικανοποίησης.
ο señor σιώπησε κάνοντας το σταυρό του 2 φορές:
μια ανάποδα και μια κανόνικα.


                                       δια την απομαγνητοφώνηση d.

ανάβοντας φωτιές-στο
μεταξύ

Δώσε μια γαλήνια θάλασσα κι ένα σκεύος που να επιπλέει

και θα σου φέρω λόγια που να ακούγονται πια ως
πρόταση.


Οι συναντήσεις με τον Ε.Α. είναι πάντα προσκλήσεις σε καταβύθιση: έτσι κι αλλιώς εκεί κατοικεί το Νόημα. Η εργασία του πένθους όσο παράδοξο κι αν ακούγεται
κατέληξε να είναι
μια συνειδητή επίθεση στην προφάνεια.
Τα λόγια κτίζονται μέσα στις αντανακλάσεις.
Είμαστε εξόριστοι; Όχι, η εντοπιότητα μας, ανοίκεια, είναι πιο κρίσιμη από ποτέ.
Η οικειοποιήση δρασκελά με ρωμαλέα επίθετα,
εν ολίγοις αντεπιτίθεται.
Στεκόμαστε συνειδητά στην κόψη της γραφής εκεί όπου οι λέξεις 
διολισθαίνουν τόσο ώστε να φαίνονται αμετακίνητες.
Σκοτώνοντας το σημαινόμενο, αναζητούμε το γιο, ικανό
να γονιμοποιήσει άλλη μια φορά και για 
πάντα, αλλιώς
χαθήκαμε.
So? Εργασία και Χαρά
όχι μόνο αποδομώντας το ανύπαρκτο(sic), μα αγκαλιάζοντας
επιτέλους τη γοητεία του καλέσματος στο χτίσιμο. (tbc)


Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

τις λέξεις πάντα αιχμηρές τις θέλησες
αγκαθάκια τρυπωμένα βαθιά στα δάχτυλα, αρρυθμίες
της ανάσας, ανάμεσα στα δόντια να τις γεύεσαι
και στα χείλη. για σένα οι λέξεις ήταν
ότι απέμεινε απ' το φως κι ότι το λιγοστό ετούτο κάτι
έπρεπε να φωτίσει. 
όχι, αν με ρωτάς, έτσι
ποτέ δεν στις έδωσα. συγχώρα με