προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

ο οδοκαθαριστής




















Στα πάρκα τα περιποιημένα των μητροπόλεων
και στα σοκάκια των καλών συνοικιών
η καθαρότητα του τοπίου θα έπρεπε να εγγράφεται 
στο μητρώο της αντίληψης ως απουσία: 
δεν είναι παρά το ίχνος που αφήνει πίσω της 
μια σάρωση.

Η παραπλάνηση εδώ λειτουργεί δια της αφαιρέσεως.
Γιατί ο οδοκαθαριστής δεν νοείται παρά απών,
ακροβατώντας πάντα στην ανεστραμμένη 
μοίρα του ζητιάνου.
Ο ένας προσπαθεί να σε πείσει ότι υπάρχει
κι έτερος ότι δεν, καθόλου.

Κι οι δυο ματαίως μάλλον
μιας και εν τέλει δεν αποτυπώνονται
παρά μονάχα στην εικόνα του τοπίου, 
σχεδόν σαν στοιχεία αρχιτεκτονικής
όπως οι κυκλαδίτικες γάτες.

Κι έτσι ακόμα κι στους μυημένους 
που την οφθαλμαπάτη υποψιάζονται
το υποκείμενο συνήθως τους διαφεύγει.
Όχι αδίκως, αφού κι ο ίδιος μάλλον αγνοεί πως αυτό που σκουπίζει
δεν είναι παρά η ίδια του η παρουσία.

Εδώ όμως για λίγο θα σταθώ. Γιατί δεν είναι διόλου της τέχνης 
αμελητέο μέγεθος.
Μα εκεί που οι πεζογράφοι αρέσκονται ν' αφηγούνται το πώς
αναμετράται με τις σορούς πτηνών μη ζώντων/
κι οι ποιητές το πώς συλλέγει σωρούς πραγμάτων 
απ'την αγριότητα ανυπεράσπιστων
(πέτρες γραμματόσημα πώματα από φάρμακα 
                         σπασμένα γυαλικά λουλούδια)
εγώ δεν βλέπω παρά τον άνθρωπο, ανήμπορο, με τη σωρεία
να μάχεται, των περισσευμάτων.

Απ' τα φυλλάδια των διαφημιστικών ως τις μισοσβησμένες γόπες
κι από τις σύριγγες ως τα ωχρότατα φύλλα
να εργάζεται ολοένα σαρώνοντας κι ουδέποτε σαρωνόμενος.
Απ' το χάραμα ως το ύστερο βράδυ 
μες στους αγέρηδες που αμφισβητούν την αποκομιδή
και μες στη διαρκή του πλήθους αδιαφορία
φορώντας πάντα και μονάχα της απουσίας το σηματοδότη: 
το φωσφοριζέ γιλέκο των υπαλλήλων του δήμου.

Κι ωστόσο δεν μπορώ, δεν θέλω μάλλον
να αποκλείσω το ενδεχόμενο μιας
εγκαρτέρησης. Την πιθανότητα γυρίζοντας σπίτι
να μην κομίζει μονάχα την υπερφόρτωση
και τον ακοίμιστο πόνο της διαψευσμένης διαλογής. 
Προς τούτο τον φαντάζομαι λιγάκι ως νέο προφήτη 
ενός κάποιου νέου θεού ο οποίος
για να να καταφέρει να είναι πανταχού παρών
κομματιάζεται στο απειροελάχιστο.
Βουτηγμένος σ' αυτήν την πολλαπλότητα ο ήρωας μας
ενδεχομένως να συναντά έναν νέο τρόπο να υπάρχει
εξερευνώντας της ζωής διαρκώς τα απορρίματα.

Σίσσυφειος ο κόπος του, ίσως. 
Για αυτό της πόλης διαβάτη να συλλογίζεσαι 
καθώς περνάς από δρόμους καθαρούς και πλατείες τακτοποιημένες,
την καθημερινότητα μιας ύπαρξης ατυχούς 
που αναλώνεται 
για να μπορέσεις εσύ ασυλλόγιστος να πορεύεσαι, 
που εξοντώνεται 
για να απομακρύνει από το διάβα σου 
κάθε τι το ευτελές.

Κι αν συνδράμει με τον τρόπο του, όπως είπα,
στην παραπλάνηση-Συγχώρεσέ τον! 
Είναι κι αυτό μια 
της εργασίας του
συνθήκη.

Υγ: Οποιαδήποτε με σωρεία αχρήστων πληροφορίων 
ομοιότητα και κάθε είδους σαρώσεων δυσκολίες 
είναι αποτέλεσμα οικτρής παραπλάνησης.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

εικ-ών

Μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις πώς είναι 
προνόμιο θλιβερό της εποχής μας.
Συμμερίζομαι την ανάγκη σου για ανακούφιση 
μα προτού ασυλλόγιστα εικονομαχήσεις
Σκέψου πρώτα τους Χάρτες 
ήδη από τον imago mundis πόσο μάλλον οι cartes militaires
του Ναπολέοντα, ετούτα τα ιδιοφυή σχεδιαγράμματα θανάτου. 
Σκέψου τα επιγράμματα στις ταφόπλακες και τ' αγάλματα: 
Ομοιώματα μορφών που δεν είναι πια εδώ.
Τα Βιβλία, νεκρών ή μη, ειδικά τα τυπωμένα,
οι ζωγραφιές από την Αλταμίρα (πρώτα εικόνα εποίησε κ έπειτα γραφήν)
ως του Caravaggio τις σκιές, το chiaroscuro.




Να! κι η Μέδουσα που τους άλλους πέτρωνε κι ο Νάρκισσος τον εαυτό του.








Ο τρόπος που ο Θαλής μέτρησε την πυραμίδα,
κι αυτή η ίδια η Πυραμίδα κι η Σκιά (της). 
Και μιας και την αναφέραμε μαζί στο σάκο και το σκοτάδι,
κι η προοπτική (του, και ειδικά μέσα σε αυτό).
Μα και το αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός στην προσωπική οπτική, 
πάντοτε σχετική εκείνη 
μα και εκείνο εξ'ίσου.
Τα μάτια σου και τα δικά μου, αμετανόητοι, και τα τέσσερα, εγκληματίες.
Η θέα
ειδικά από τα ψηλά.
Γιατί όσο είναι συμμέτοχος ο θεός των ιουδαίων, 
άλλο τόσο κι ο ήλιος με οι αχ!τίδες του.
Κι ο ουρανός αυτοπροσώπως, ή αυτό που λέμε ουρανό, 
η ομίχλη του και το ελάχιστό του σύννεφο 
που κάποτε τον κατοίκησε.
Ο χρόνος 
ελέω ή όχι βαρύτητας,
με τις φάσεις της κι η σελήνη
κι ο έρωτας με τις δικές του
η σιωπή,  μήτρα κάθε παρεξήγησης.
Και πίσω από κάθε σκάλισμα στον σωρό της ιστορίας
Η γλώσσα που είναι
τα σκαλίσματα όλα μα και το σκαλιστήρι το ίδιο: 
Εκείνη
Η πέτρα που προκαλεί την κατολίσθηση
η ίδια μια χιονοστιβάδα αποξένωσης-οικίσματα από
τραπουλόχαρτα (η ίδια η τράπουλα!)
τόσο στέρεα γιατί πια και τα ίδια τα πράγματα
εικόνα απρόσιτη είναι του εαυτού τους. 
Η Οθόνη η κακομοίρα δεν είναι παρά μόνο η εταίρα 
(κακοπληρωμένη μάλιστα)
-μα τω Θεώ όχι βασίλισσα-του σήμερα,
η Λουκρητία που σημαίνει τη μετάβαση
στη έκπτωτη δημοκρατία του άυλου. 

Κι όμως
είναι (θαρρώ) απλή 
στη σύλληψή της
η πράξη της reconquista, απλή τόσο
που καταλήγει να είναι η πιο σύνθετη.
Είναι απλό να γκρεμίσεις το εποικοδόμημα
όσο να ρίξεις φυσώντας τον τραπουλόπυργο.
Ν' αρνηθείς την συνθηκολόγηση με το imperium
των Εικόνων έργω
Ωσότου
Μέσα απ'της σημασίας τις περικοκλάδες,
ν' αναδύθει ρόδο 
που μαραίνεται.
Γιατί αν η δόμηση όλο και περισσότερο
αδύνατη φαντάζει είναι
γιατί αρνούμαστε ήδη από καιρό τη συνθήκη
της φθορά της: το πένθος της.
Μα είναι, το πένθος, μοναχά μια πράξη αγάπης,*
κι όπως ήδη ειπώθηκε
...αν υπάρχει κάποιο σφάλμα, είναι αυτό:
Να μην πλουτίζεις την ελεύθερη αγάπη 
με του αγαπημένου την ελευθερία, όλη όση κρύβει μέσα του.
Αν αγαπάς, ας τον να φύγει, φύγε! 
Αυτό πρέπει να μάθουμε.
Να κρατιόμαστε, το ξέρουμε από κούνια.
 
Και αυτό να διαβαστεί πρέπει ως εξής:
....αν υπάρχει κάποιος δρόμος για τον
επαναπατρισμό στην ύπαρξη,
για το νόστο στην ελεύθερη από δεσμά ζωή, 
αυτός περνά μέσα απ' το 
να την πλουτίσεις με την ίδια της την ελευθερία 
να χαθεί ολότελα.
Για να την ζήσεις ασ' την να φύγει
όπως ακριβώς ήρθε,απρόσκλητη, 
μα αγαπώντας την, πενθώντας την.
Να κρατιόμαστε μες στις εικόνες της
το ξέρουμε απ' την προϊστορία. 

Γιατί ο παράδεισος(όπου βλέπε την απωλεσθείσα ελευθερία)
που πρέπει κάποτε να επανακατοικηθεί
(μιας και το θυμήθηκα! ο αποικισμός είναι 
η αιχμή του δόρατος Της Εικονικότητας
και ο εποικισμός εξ'ίσου)
κι η Βαβυλώνα (όπου διάκριση σημείου και σημαινόμενου αναιρείται και ζουν αγαπημένα)
που πρέπει κάθε μικρή ζωή απ' την αρχή
να ξαναχτίσει και να κοσμήσει
είναι τόσο κουραστικά να γίνουν
στις μέρες του ιλίγγου-
δεν είναι εύκολο. 

Ρώτα έναν αρχιτέκτονα
κι έναν οδηγό μπουλντόζας ρώτα.
Όσο για μένα, μάρτυράς μου ο Θεός, την έβδομη μέρα 
που
επί τέλους
ξεκουράστηκε.



*μην πιστέψεις ούτε αυτούς που θα σου πουν πως η πράξη 
αγαπά τόσο το αντικείμενο όσο τον ίδιο τον εαυτό της
κι έτσι εγκλωβισμένη σε μια παλινδρόμηση
φυλακίζεται κι εκείνη αιώνια στο δεσμωτήριο
της εικόνας της.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ολίγον μόνο ανεπίκαιρο



Έκθαμβος διαπίστωσα πόσο ελάχιστη είναι η από-
σταση από την χώρα των νεκρών. 
"Έχω ζωντανούς δικούς
μου κι άφησα ν α φυγουν ται" (αντιστρέφοντας τον Rilke)
Ο Ερμής,φταίει, καθόλου φτερωτός ο ίδιος, μα με λέξεις 
νομίσματα βαρκάρη, μεταμορφώσεις,
σάβανα νεκρού 
με πέρασαν στην πέρα όχθη ανεπαίσθητα κι ύστερα ως άλλος
Πειρίθους στον Κάτω κόσμο εγκλωβίστηκα.
κι ούτε που πρόκαμαν οι μοιρολογήστρες.

Κάτω κόσμος όπως Κάτω Χώρες γιατί η επιφάνεια
χαμηλοτέρα της θαλάσσης όποτε με κάθε πλημμυρίδα
την αναπνοή  κρατώ και νιώθω
ως πετονιά στο μέσο ποταμού
ως κουβάς, ναι!, σε μαγγανοπήγαδο. Κι ωσότου 
να αρθεί το καλάμι και το μαγγάνι να ηχήσει---
άμπωτη: περιπλανιέμαι με το νέρο ως το γόνυ
στην κινστέρνα, βασιλική το δίχως άλλο 
και το νερό πια ένας καθρέφτης που άπειρες φορές αντανακλά
τη Μέδουσα 
                  μα δεν είμαι ο περσέας μήτε βέβαια βασιλιάς χριστιανών. 

Ηρακλή θυμήσου!
το κοντό σκοινί της μνήμης, (όχι το άλλο το μακρύ)
Στο μεταξύ συλλαβίζω ε λ ε υ θ ε ρ ί α μα φαίνεται πως 
από άλλον έχει ήδη λυθεί
ο γρίφος και πρόλαβαν και αλλάξαν 
το συνδυασμό. Μένω λοιπόν 
σαν πετονιά στο πιο βαθύ πηγάδι να με ψαρεύει του φεγγαριού 
η άλλη όψη, η αθέατη-που τον κάτω κόσμο διαφεντεύει.
Πράσινο, που μ' έκανε πράσινο 
η σελήνη, που l amar amar ga

χωρίς κλαδιά και χωρίς άλογα
Σε καιρούς απ'
ορίας
εξ'
ορίας σε
όρος(το) μη μετακινούμενο και θαλάσσα εκλειπούσα 

Κι ωστόσο πλανημένος φωνών και σκιάς
κινώ ως εκ θαύματος μια άλλη, πιο ήπια αντ-
αρκτική να κατοικήσω.
Είναι που με ανασύρεις, ζωή, κάθε βράδυ, ημιλιπόθυμο
γυρνώντας το μαγγάνι
τραβώντας το καλάμι
κι όρθιο με στήνεις ώστε με μαχαίρι να φονεύσω τον
Αναγνώστη.


{Μα κύριε δικαστά
έγω μονάχα τη λάμα εδοκίμαζα
δεν ήξερα,τ' ορκίζομαι, πως κόβει.}



Ως εδώ, μουσικό φόντο της αφήγησης ας φανταστούμε το εξής:
Δουλειά και χαμα-
λίκι
και βρώμα κι απλυσιά
μα-ζεύτηκαν οι 
λύκοι
να μπουν στη νεκλησσιά(η)
κοι μάμαι στο χα-
λίκι
χορταίνω από βρισιά
και μ' έχει σα σκου-
λήκι 
του κόσμου η μπαμπεσιά(;)
------
που θα πάμε τι θα φάμε
-------

σσσώπα! κι ό,τι βρεις μπροστά σου (χ)ά(ψ)ε

το νου σου! μην ξεχαστείς εκεί στα ξένα που γυρίζεις:
                                 για τα (ψ)ί(χ)ουλα τους ψάξε




Κι αν πιο πριν, όλως τυχαίως, διαγνώσατε απορίες του μοντερνισμού
(και μετά;)
          αιπερ μεθερμηνεύονται ως π ως φθάσαμε ως 
                                                     εδώ σύντροφοι αν μαζί τα φάγαμε
                                                     -τα ψίχουλα-

Σας απαντά ο νεκρός αντί εμού:

-Ε, λοιπόν αρνούμαι να κατοικήσω άλλο την χώρα των/
κι αν κανείς δεμεβγάλειέξω/
θα ξεθεμε λιώσω το θρόνο της λήθης ολάκερο/
(Ηρακλή θυμήσου!)/
και την ίδια θα την περάσω από λαιμητόμο

{Ε ί π ε  ο  Ορφέας, πια, στον Άδη και λιποψύχησε}

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

αίμα στο βάθος της νύκτας

Εν μέρει διότι ο ανόητος άφησα ανοικτή τη σίτα
εν μέρει διότι διαισθάνθη φρέσκο αίμα
δριμύς εισήλθε ο κώνωψ, του ύπνου μου η ήττα
στης νύχτας τη μέση ακριβώς, σαν ψέμα
ότι κοιμήθηκα. Άνευ φαντάσματος σκοτάδι
μόνο αδρό το φεγγαρόφως να έρπεται, κρύο χάδι

και παραδίπλα στρωμένη στενή η λεωφόρος
κι υπόκωφη σχεδόν εκτός από στριγγλίσματα 
τινά των τροχοφόρων. Νταλίκες που φυγαδεύουν
λες την πραγματικότητα μπροστά στην χορωδία
την ανεπαίσθητη των γρύλλων. Τι κι αν βαθαίνει 
η νύκτα; Μοιάζει ελάχιστος ο τρόμος' 
για αυτό το ολίγο άνοιξα τη λάμπα.

Να τον βρω πριν την αυγή να τον σκοτώσω! Που
νόμισε πως λουκούλειο θα κάνει στο κορμί μου γεύμα'
μα ανώφελο' {ως ο ανωφελής μα φέρων του εγκεφάλου
κρούση και νόσους του έλους} κρυμμένος ποιος ξέρει
στου δώματος ποια κόχη με αποφεύγει κι εγώ{παραδόξως 
δίχως φαγούρα μα με πόνο} πριν της νύχτας σχιστεί 
το πέπλο της νύχτας τα όπλα παρέδωκα-ή μάλλον

είναι που από ώρα προτού χυθεί μελάνι, ακούω
πλατύ ποτάμι βαθειά κάτω απ' την πόλη να κυλάει,
τη πνιγμένη φωνή του νερού που μασουλάει
τα προσχώματα, τις ρίζες, τις αρνήσεις
γκρεμίζοντας την πιθανότητα κάθε ξυπνήματος 

Απ' την καρδιά πηγάζοντας της νύχτας
πυκνός ο θρους να ξεφυλλίζει τις θύρες
και να οργώνει κάθε είδους τ' αναχώματα
τόσος γεμάτος απ' αλήθεια κι ας αδιόρατος'
ένας ψίθυρος ιδεώδης

για να εκβάλλει ωστόσο μες στον 
οικείο μας μονάχα θάνατο
που κάθε νύχτα άνευ όρων του δινόμαστε-
και για να μη ζήσουμε άλλη μια του φωτός βιαιότητα
ακόμη μια φορά 
θα σ'αρνηθούμε
αγρύπνια 

V I G I L I A-la vista desde mi baranda
post noctem: το πρωί ο κώνωψ ανευρέθη και θανατώθη
μα κάθε ανάμνηση του ποταμού είχε σχεδόν χαθεί
στη σταγόνα του αίματος.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Ο δρομέας και ο ίσκιος του

σχεδίασμα α'

Όσο και να τρέξω ο ίσκιος μου με προλαβαίνει:

       πάνω στα πεζοδρόμια, τις γέφυρες και την καυτή αδιάφορη άσφαλτο`
ακόμα και στους περίκλειστους κήπους, άλλων ίσκιων
τα περιγράμματα διασκελίζοντας ως
  για να γλιτώσω απ' την όψη την σκιώδη
κινούμαι πάντα προσήλιος`γελάστηκα.
Εκείνος πισώπλατα ως και τον ρου του καρκίνου διάβηκε μαζί μου
για να μην βρω, χιλιάδες μίλια έπειτα,
ούτε ίχνος από με.
Να σταθώ ακίνητος πρέπει
ώστε θλιμμένος κατά πως λέει το ποίημα να τον γδυθώ,
καταμεσήμερο;
Ανώφελο: χρόνος και ίσκιος συνωμοτούν αφήνοντας εμέ ελάχιστο και
τόσο πιο ελαφρύ που μόνο πτηνός μονάχα μα
το πέταγμα αντιστέκεται στο χρόνο
όπως τα σύννεφα είναι του ήλιου ίσκιοι
Να τρέξω εν σκοτία τότε: 
                                       χρειάζομαι κάποιον, κάτι να μ'οδηγεί
κι ο ίσκιος φρόντισε να μ' αφήσει εκκωφαντικά μόνο μαζί του
κι ως γνωστό στο σκοτάδι δεν τρέχεις δίχως συντροφιά
ποτέ.

Αν κλείσω τα μάτια,εξουθενωμένος ως είμαι

κι ένα ίσως χέρι μπλεχτεί με το δικό μου, δεθεί
όπως οι δρομείς οι μη βλέποντες, και τρέξω
με βήμα ταυτόχρονο, πόδια το ίδιο δουλεμένα
ίδιοι πνεύμονες καρδιά ίδια ανάσα μία σκιά
γιατί

δεν την αντέχει ένας δρομέας τη μοναξιά



κι ούτως ούτε "σκιάς", ούτε "αϊσκιωτος" κατά την σκιαθίτικη γενεαλογία των ανθρωπίνων όντων.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Η κλεμμένη πανσέληνος κι η πεύκη.

Κι αν δεν είχα τον φόβο να ακουστώ σαν εμπρηστής, 
μέρες που είναι, απερίφραστα θα μιλούσα
για το πως το πεύκο λάγνα κρύβει μέσα του την 
επιθυμία του να καεί.
Και παράξενο δεν είναι που η επιστήμη το επιβεβαιώνει;
Πως ναι τα κωνοφόρα εν μέρει αναζητούν την φωτιά ώστε
ως μήτρες-χειροβομβίδες οι καρποί τους να εξακοντιστούν το 
μακρύτερο. {Κι αυτό σ' αναγκάζει λίγο να δεις την φωτιά
ως πυρ-ο-βάτη και τις ξερές πευκοβελόνες
ως την κλίνη του θερμού εραστή!}. Κι ωστόσο το ξέρω καλά 
ώστε να μην εκπλήσσομαι
πως η μελέτη αντιγράφει πιστά την αίσθηση όπως
ακριβώς η ζωή την τέχνη. Γιατί τι άλλο θα μπορούσες να νιώσεις
τρέχοντας στη σκιά ξερών πεύκων με το άρωμα τους 
να σ'εξουσιάζει; Με μια οσμή δριμεία και χωρίς αιδώ.  
Βεβαίως το πεύκο,
η μάλλον η πεύκη υπό το παρόν πρίσμα,
φροντίζει καλά τον σύντροφο. Η ρητίνη που παραμονέυει να στάξει σε κάθε κλαδί,
το στρώμα των φύλλων το τόσο αφιλόξενο για κάθε άλλη μορφή ζωής,
σαν να περιμένει εκείνη μόνο, την φωτιά. 
Το δέντρο αυτό, πεύκος άλλοτε στα γραπτά μου, ως στυλός στον ορίζοντα των μελτεμιών μα
και του Αυγούστου, όριο του θέρους και της κάψας
του θανάτου.
Γιατί απ'το μήνα τον septimus κι έπειτα τα πεύκα είναι σαν να μην υπάρχουν. 
Μαρτυρούν στην ουσία πως ο Αύγουστος είναι όπως λέει 
μια τρύπα στο χρόνο
ένα σημείο μηδέν, μια γιγαντιαία απουσία, 
ένα ασπρόμαυρο φιλμ που στα καρέ του
περιοδεύουν αχαλίνωτες οι μυρωδιές και τα σχήματα πλέουν σ'όλα 
των πελάγων μήκη.
Είναι βαρύ το σκοτάδι τον Αύγουστο παρά τα δύο φεγγάρια, 
ή μάλλον εξ' αιτίας τους.
Κι η ιστορία-που κι αυτή, μη νομίσετε, την αίσθηση αντιγράφει-επιβεβαιώνει:
Μιας κι ο Οκταβιανός δεν μπορούσε να χει στ'όνομά του 
μήνα μικρότερο του Καίσαρος,
για να μην στραβώσει η ματαιοδοξία χάλασε τη διαδοχή.

Κι αν μας χαρίσε παιδικό "λάχνισμα" της μνήμης 
βουνό-κοιλάδα-βουνό βασισμένη στη γεωγραφία των δαχτύλων..
     μαζί μ' αυτό ο μήνας ετούτος ο βαρύς 
με την σιωπή του δεκαπενταύγουστου, με του θερισμού
τις μέρες τις αψείς και της αργίας
στις κορφές των που λέγεται πως 
στέκει
 ο χρόνος και μαυρίζει,
βρίσκεται κάθε τόσο-όπως και φέτο-
μ'ένα φεγγάρι ολόγιομο
κλεμμένο από
την νύχτα του Σεπτέμβρη. Ο μήνας του θανάτου-κατακτητή
διεκδίκησε μια μέρα από την φθορά και την πήρε.
Σαν να λέμε η ματαιοδοξία πάλεψε με τη θλίψη
και νίκησε. 
Ας νίκησε:
τη μελαγχολία του Σεπτέμβρη μου
για 
κανένα 
αυγουστιάτικο φεγγάρι
δεν τηνε χαλαλίζω.
Γιατί ο Οκταβιανός Αύγουστος, του χρόνου θεριστής
δεν προείδε πως έτσι ο Σεπτέμβρης θα στρογγύλευε 
γινόμενος ένα ζεστό ζεστό
κουβάρι όπου μπορούν πια ήσυχες
οι μέρες
 να μικρύνουν




Είμαι βέβαιος πως η Αλφονσίνα μια τέτοια νύχτα
βάδισε μονάχη, ντυμμένη την θάλλασσα
στην αναζήτηση μιας νέας ποίησης 

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Εντός παρενθέσεως

{Η σπουδή στην απουσία μοιάζει με το να κοιτάς κατάματα έναν πίνακα.
Η ζωή τότε παραχωρεί την θέση της στην όραση η οποία
έτσι κι αλλιώς ηγεμονική
σε εισάγει σε μια άλλη πραγματικότητα.
Έτσι εξηγείται ότι και ο τυφλός έχει την αίσθηση των χρωμάτων εξίσου.

Η μελέτη της παραίτησης είναι η προετοιμασία για την απελευθέρωση 
των αισθήσεων.
Η εργασία αυτή μοιάζει με την στατική είσοδο 
στην επικράτεια των βασικών σχημάτων. Την ηλιοθεραπεία,
το ανεμοφύσημα, την υποδοχή του υγρού.

Κι αν η αφή είναι ο ιερέας του ζειν, ταυτόχρονα σε διδάσκει
την απομάκρυνση από τη δουλεία της πραγματικότητας.
Πράγματι αν αφήσεις τα πράγματα να σε αγγίξουν
δεν θα μπορέσεις ποτέ να είσαι ο ίδιος,
οι αισθήσεις σου θα μεταβληθούν 
σε γεωμέτρες του απείρου, 
σε εκείνη την επίμονη
και λεπτομερειακή 
ιχνηλασία του 
εντελώς προσωπικού.

Τι τρυφερή απομόνωση κι ωστόσο απόμακρη όπως 
κάθε τρυφερότητα. Τι μεγάλος ανώφελος αγώνας
να νικήσεις όλες τις ήττες, να κατακτήσεις παν 
το ανύπαρκτο, να επιβληθείς σε κάθε παράσταση 
ζωής. 











Mια πορεία στο αχαρτογράφητο ώστε να γίνεις ξανά
κύριος του βράχου της αδρανούς αντίστασης στην παρουσία
Της.  Μια ακροβασία ανάμεσα στην κόψη της σελίδας
και σπόρους από σπασμένα ρόδια.
Κι όταν με το καλό χτίσεις γερά τις οχυρώσεις
τόσο που ούτε θα σε βλέπουν
μα πιο πολύ πια δεν θα βλέπεις(κι αν σε βλέπουν θα είναι σαν 
να κοιτάζουν ένα πίνακα μονάχα)
θα ψιθυρίσεις, ανάμεσα σ' ένα κυκεώνα από σελίδες,
ώστε ίχνος να είναι μόνο της συνειδητοποίσης
ότι όλα αυτά θα σε ικανοποιούσαν αν κατάφερνες
να πείσεις τον εαυτό σου ότι αυτή η θεωρία δεν 
είναι αυτό που είναι,ένας πολύπλοκος θόρυβος
που προκαλείς στα αυτιά της ευφυϊας σου,
σχεδόν για να μην αντιληφθεί ότι,
κατά βάθος, δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από τη δειλία σου,
την ανικανότητά σου για τη ζωή.

Κι έπειτα ο στοχασμός θα συνεχιστεί
σαν να μην υπάρχει άλλη συνθήκη ύπαρξης
σαν να είναι αυτός μονάχα ο τρόπος, ο μίζερος
κι υπέροχος τρόπος να ζεις,
με τον τρόπο σου, του σχεδόν μη ζειν.}

Ετοιμαζόμουν να πω πως έπεται και η δεύτερη,
η πιο σπουδαία σπουδή,
αλλά με πρόλαβε: η ζωή ζημιώνει την έκφραση της ζωής.
arma de doble file.

*τα italics προέρχονται από το βιβλίο της ανησυχίας.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

-(ρω)

el alma
la mar amarga
y yo.

ψυχχχή.μόνο μου έδωσες παπούτσια
διαβατάρικα μα μ' αυτά περρπατώντας νομίζω έχασα το δρόμο.
και δεν είχα ακόμη διαβάσει το περίφημο
 caminante no hay camino,se hace camino al andar

Έκρινα λοιπόν πως ν' ανέβω
είναι ανάγκη πάνω απ' τις ροροσειρές
για να δω πως ρρροοφσ φυσάει ο αέρας ο υψικρρατής.

Επί τούτου είμαι παιδιόθεν ενήμερος πως στην άλλη άκρη 
των ροροσειρών 
              κι ουχί του ουρρανίου τόξου
(των 
    χιονισμένων κυρίως
                  καθώς και αυτών που αδιάβατες 
φαντάζουν)
κρύβεται ένα ζευγάρι μάτια σφηνωμένο σ'ένα μικρό κουτί.

Έτσι άρχισα τις ορεινές πρροπονήσεις, τους διασκελισμούς 
οποιασδήποτε κλίσης ανηφορρικής.

Πρρώτη κορφή
λα μαρ αμαργα, η πικρρή θάλασσα το άλογο στο βουνό απά
και τ' άρρμενο στο πέλαγο.

Ελπίζω στους ανθρρώπους όπως σ' έναν ανοιξιάτικο άνεμο.
κι έτσι
μες στην τρυφερή ακινησία, 
η θάλασσα
τη ζωή μου κύκλωσε.

Μα δεν ήταν βρραχυκύκλωμα.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Ψυχή

μου που πας;
Γύρνα πίσω!

έτσι αναφώνησε ο κολυμβητής ανοικτής θαλάσσης όταν 
στην ύστατη πνοή είδε τον εαυτό του να προπορεύεται
στην καταβύθιση στην άβυσσο.

Οι λοιποί θαλασσινοί άλλωστε αφηγούνται ακόμα
πως μονάχα μία έχει ευχή 
που κάθε τρεις χεριές
στο κύμα ψιθυρίζει:
"η άβυσσος που κολυμπώ κάμε βυθό να έχει"

Κι ωστόσο κολυμπά!ως να χαθεί απ' τα μάτια του η στεριά-
εξ'άλλου είναι γνωστό, η αγάπη ευδοκιμεί μετά τον θάνατο.

Είναι όμως έτσι; Άλλες μαρτυρίες λένε πως εν τέλει ο 
πόρφυρας δεν ήταν άλλο από την απομάκρυνση της στεριάς
από την πλήρη ας την πούμε έτσι, ενσωμάτωση στο πέλαγο,
εκεί που το μάτι περιγράφεται απ' το πολύ γαλάζιο.

Έχοντας λοιπόν τόσο ταξιδέψει μέσα στο άγνωστο 
και το από πάντα α-φιλόξενο(κάτι σαν τα πρώτα μακροβούτια
στον πλακούντα)παίρνει το μέγα  τρόμο 
τότες που χάνονται οι λαγοί κι ηχούν οι κουκουβάγιες
κι εκείνη σ' όνειρο βαθύ πέφτει κι αναστενάζει

Κολυμπιστή!σαν σε πρώτο όνειρο σε βλέπω
να σχίζεις με χέρι δυνατό που κούραση δεν νιώθει
βάθος δεν είναι αμέτρητο το βάθος του πελάγου
κύμα δεν είναι αψηλό να σε γλυκοκοιμήσει
Μόν' η στεριά είν' μακριά και πήρε να βραδιάζει
κι ας ήσουν συ που έφυγες{...}

Γυμνό κορμί, χέρια βαριά
μάτια που σφάλισαν και χείλη της αρμύρας

Πήρε να βυθίζεται στέρεα και ανέλπιδα.κι ήταν ο 
πόνος του ολάνθιστος.
Μα 'κείνη η ρημάδα η ψυχή πάντα προπορευόταν:

Ψυχή που μου 'φυγες, αν ακούς γύρνα και κοίτα
{μήπως και στήλη άλατος γενώ και ενωθώ μια και καλή...}

                                      ένα τέρας που θέλει να λέγεται
                                      άνθρωπος.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Ήχοι αναπάντεχοι

Το ραδιόφωνο είναι το μέσο της αναπάντεχης συνάντησης. 
Ειδικά όταν του επιτρέπεις το ρόλο του ρυθμιστή μιας συνεννοημένης αμηχανίας, 
τελώντας υπό το καθεστώς της σιωπής, γίνεσαι ένα παιχνίδι στις επιθέσεις του. 
Άμυνα χωρίς οχυρώσεις.


Τι κι αν ήταν κονσέρβα, τι κι αν πολλές φορές τον είχα ακούσει χωρίς να αναρωτηθώ;
Η ραδιοφωνική έκπληξη συνίσταται για μένα στο γεγονός της μη συνειδητής επιλογής-
είναι σαν να βλέπεις ένα προσωπο για χρόνια, κάθε μέρα, και μόνο από μια ( τυχαία; ) 
κίνηση να αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος που έχει μέσα σου.
Κάπως έτσι: http://st0rage.org/~n2j3/?p=225717136


Αλλά και σήμερα με πρόλαβαν, πάλι στο τρίτο. Εκεί που αναλογιζόμουν τη σχέση 
με το ραδιόφωνο και το θέμα της ανάρτησης, ο ομιλητής,ποιος δεν συγκράτησα, εμίλησε, 
μεταξύ άλλων, για την "ελεημοσύνη της λήθης". 
Αυτό είναι: το ραδιόφωνο τελεί σε σχέση εκλεκτική με τη μνήμη:
αντεπιτίθεται αδιακρίτως και κραταιώς σαν το αέρα στο παράθυρο που δεν έκλεισες.
Κι είσαι εσύ που του αφήνεις το χώρο σου, του σιωπητηρίου, για να ανπτύξει τις
παρατάξεις των ήχων του, είσαι εσύ που ακούγοντας πάντα ανύποπτα επιτρέπεις 
να υφάνει έναν ιστό από ονομάτα και ηχοχρώματα
ηχολήπτες, παραγωγοί, φωνές ζεστές και άλλες τυπικές, ήχοι χωρίς πρόσωπο 
όπως η μνήμη, εικόνες δίχως ήχο.
Κι αν η μνήμη σου λέει ο χρόνος σκάβει την καρδιά με αγάπη και πόνο 
ο ήχος απαντά στην ερώτηση  Σιωπή που με πας;
με την παρηγοριά ενός τραγουδιού που ποτέ δεν περίμενες να ακούσεις
στην ερτζιανή "αγορά", λες και κατέχεις αποκλειστικότητα.


Όλα είναι ήχος. Τα λησμονημένα πρόσωπα της μνήμης σου αναπηδούν
κάνοντας ήχο, το τσάκισμα της ψυχής που αρνείται να ξεχάσει.
Το ραδιόφωνο θυμίζει πως τα αυτιά είναι πάντα ευήκοα,
κι ας μην είναι αυτόπτη.
Κάπως έτσι, και μια ηχολήπτρια(οκ και φωνή των Ελελευ,αλλά το αγνοούσα),ένα όνομα
δηλαδή παραταγμένο στην αποφώνηση ερείζει για το δικαίωμα στην ηχητική έκλπηξη:


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ούτε η πηνελόπη αυτονόητη δεν ήταν

προς δημοσίευση τα παρακάτω αποκόμματα χειρόγραφων σημειώσεων,(κατόπιν εκλεκτής αιτήσεως):

Γύρω του μισοκαθαρισμένες πατάτες
                                                            που δεν ψήθηκαν
μια σχεδόν φαγωμένη
ρέγγα. ένα άδειο ποτήρι, σχεδόν χωρίς στίγματα και
           εκοίταζε. Περίεργη η ηχώ της ηδονής, άλλοτε μοιάζει
μ'ουρλιαχτό μα τόσο συχνά με
κλαψούρισμα. Ένα ψαλίδι,
που ανοίγει, πόδια ζευγάρι, συσφιγκτήρ. [...]Και τα πράγματα να είναι 
τόσο οικεία για να σε πείσουν ότι δεν θες
      ότι δεν ζεις. Μα οι άντρες άφωνο ήταν που τον
άφησαν. ψωμί και οίνος και γένια αχτένιστα-τουλάχιστον για σήμερα.

κι όμως απόψε θ'ανέβω στην ταράτσα/και θα καπνίσω αφήνοντας
μόνο το φεγγάρι να με κοιτάζει/κι ύστερα βραδιάτικα
το ποδήλατο θα πάρω και θα κατηφορίσω ως τη.../θα μπλεχτώ
με ανθρώπους που ποτέ δεν θα με διάβαζαν/ή ως βάσανο μόνο
ξανά θα καπνίσω/τώρα δίχως αυτή την θέα κι αφού από ώρα πολλή
φεγγαρόλουστος. ησυχασμένος
θα πάρα της επιστροφής την ανηφόρα. Α,ναι!Θα τη δω;/
ίσως!το ταξίδι αυτό, οι δρόμοι εκείνοι που έχουν σημασία/κι όσοι 
καιρό σε περιμένουν όλον τον κόσμο πρώτα να γυρίσεις/ 
για να πέσεις στην αγκαλιά τους.
μα, δεν είναι αυτονόητο.

[...]Έπειτα ο κόσμος χάρτινος,μια κόχη,
ένα κείμενο ελάχιστο ή ούτε,
ένα άδειο τραπέζι και μια ανήσυχη αδράνεια.


υγ1 Φημολογείται πως τα fragmenta ετούτα εκούσια συνενώθηκαν δια της
επικάλυψης, κάτι σαν διαδοχική καλειδοσκοπική αναπαράσταση
υγ2 Στο εξής, λίγο για δική μου συνέπεια, λίγο για να ζωντανεψει ο χώρος-αρνητής 
των ιστοτόπων(και ειδικά ο δικός μου o αφιλόξενος)
κάθε κυριακή βράδυ μια ανάρτηση θα περιμένει να ταϊσει το feed των 93
που φανερά παρακολουθούν. κάτι σαν αναχώματα στην αρνητική έλξη του δευτεριάτικου πρωινού.

καληνύχτα.




Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Η αϋπνία

είναι ο σύντροφος των αργοπορημένων στο 
νόημα.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

ένα πρωί που απ' τον χρόνο ξεχάστηκε..

Ο κύριος Μ. κατοικεί σ' ένα διαμέρισμα με κεντρική θέρμανση στην οδό...., αριθμός 78Β. Το πρωί που κάνει κρύο πολύ σηκώνεται νωρίς κι ενώ με το ΄να χέρι ψήνει τον καφέ, ταϊζει τον φλώρο με το άλλο. 
Το βλέμμα του παραμένει φαινομενικά αδρανές, βυσσισμένο στα των αποχρώσεων των αρωμάτων του καφέ και του παλιού δέρματος. Βλέπετε δίπλα του αναπάυεται μακάριος ένας Θουκυδίδης ετών πεντακοσίων.
Ο κύριος Μ. σέρνει ρυθμικά τις παντόφλες του στο διάδρομο ώσπου ο καφές
να βράσει σφυρίζοντας τη βροχή του...
ενώ έξω ο ήλιος καλοπιάνει τους περαστικούς, αλκυονίδες μέρες,
κι εκείνοι γουργουρίζουν.
Ενθυμούμενος τον καφέ ξαναγυρίζει και το βλέμμα του κάνει ένα γύρω 
στο σεμέ της προγιαγιάς, στον κούκο τον σκαλιστό του πατέρα, 
στην αγιογραφία του της νιότης. 
Ο γιος του τού χαμογελά από μια γωνιά κι ενώ φουσκώνει το καϊμάκι, 
η προσοχή συγκεντρώνεται σ' ένα μικρό μικρό βιβλίο, στο μικρό μικρό τραπέζι με την αφιέρωση ιδιόγραφη. Ανοίγει στην τύχη και διαβάζει φωναχτά: 
η ποίηση πρέπει να 'ναι 
ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
να σπας τα δόντια σου
Φαντάζεται την έκφραση του γιου του έχοντας μόλις δαγκώσει ένα όμοιο...
Σηκώνεται ενώ ο καφές ξεχειλίζει-τον έχει ξεχάσει τον παντελώς. 
Πιάνει το σημειωματάριο, γυρίζει τις σελίδες
μετάφραση Αγαμέμνωνσχόλια στην Φόνισσα, χα! το έγκλημα και τιμωρία στα Λατινικά. Να, μια λευκή σελίδα-πιάνει να γράψει, μα το χέρι του σκαλώνει στην πρώτη φράση
Το σπίτι μου κι αν δεν είναι καθαρό, ατακτοποίητο δεν θα το πεις ποτέ..
Μια ζωή μέσα στα γράμματα, όλα ένα χαλί κεντημένο στο χέρι
πάνω του ο χυμένος καφές, ας είναι ευλογημένος ,
μα στο τραπέζι τώρα ένα μπωλ, ζαχαρωτά.
Βότσαλα; Αν δεν φας δεν θα μάθεις.
Έξω έχει αρχίσει να βρέχει και το κουδούνι που χτύπησε του φάνηκε σαν επιτονισμός στη ρυθμικότητα.
Ο χρόνος, σκέφτεται. Ανοίγει μουρμουρίζοντας, κι ενώ πατά πάνω στους καφέ λεκέδες,
το σπίτι μου κι αν δεν είναι καθαρό, πάντα μοσχοβολάει
Ανοίγει την πόρτα ακόμα αφηρημένος, ένας άντρας μπαίνει
και τον αγκαλιάζει. Μόλις μυρίσει τον καφέ το πρόσωπο του θα 
λάμψει και θ' αστειευτεί ρωτώντας αν θα 'χει και 
ζαχαρωτό το κέρασμα. 
Ο καιρός ξανάνοιξε. Ίσα-ίσα για να με μουσκέψει σφυρίζει
ο νιόφερτος ρίχνοντας το βλέμμα στο παράθυρο
Καφέ να σε κεράσω; Όχι, όχι μην φας απ' αυτά αγόρι μου
Είναι παλιά, θα χαλάσεις τα δόντια σου.
Μα εκείνος έχει ήδη βάλει στο στόμα του.

@


Κάθε ιστορία οφείλει να ξαναγράφεται από την αρχή κάθε φορά που σκοντάφτει στα είδωλα που στήνει.

                Ένας άντρας βγήκε τρέχοντας μέσα απ’ τους κορμούς των δέντρων. Δεν γύρισε το κεφάλι του στιγμή προς την κατηφόρα του λόφου που άφηνε, τρέχοντας αδέξια σαν σκιάχτρο. Κι ενώ το κεφάλι του έπαιρνε να κοκκινίζει απ’ το λαχάνιασμα στα μάτια του έλαμπε μια λάμψη, δεν μπορώ να πω από τι.
                Ψάχτηκε στα γρήγορα βρήκε ένα παλιό χαρτί κι άρχισε να γράφει τινάζοντας κάθε λίγο το χέρι του, στη βροχή, στο.., ποιος ξέρει: «Όταν κινούσα κατά δω δεν ήξερα πως ξεδιπλώνει τις φολίδες του ο κόσμος. Στον ερχομό ξεχνούσα κάθε λίγο ώσπου έφτασα εδώ στο-δίχως-όνομα. Ο λόφος που γέρνει απάνω τη σκιά του, τον ονόμασα της καταιγίδας, μιας και κάθε που βροντά αντηχεί την αγριάδα. Στα πόδια του ξύπνησα Σήμερα και Την έψαξα. Έξω να κοιτάει την άπνοια που καθήλωνε τα σύννεφα. Στο αγκάλιασμα έφυγε, στο δάσος. Πώς ν’ αγγίξω τα μέλη σου που καίνε κι όμως δε λεν ν’ ανοίξουν;
                Οι κορμοί την τύλιξαν κι έτσι κι εγώ πλησίασα. Κι όμως το δάσος δεν ήτανε μυστήριο, μια φωλιά πουλιών, μια σειρά από όμοια δέντρα. Έπρεπε όμως να την ψάξω, στα γρήγορα όπως το απαιτούσε η επιθυμία, με τον τρόπο της. Εκεί. Πήρα να τρέχω μα σύντομα λαχάνιασα, τούτο το μέρος χωρίς σχέδιο, χωρίς φως.. Εδώ χάνονται οι ακτίνες και μένεις να υπολογίζεις το δρόμο με το ένστικτο. Σκεφτόμουν πως χάθηκα μια για πάντα φωνάζοντας το όνομα της, αυτό που της έδωσα, κι αυτός ο τρόπος του χαμού είχε έναν πόνο γλυκόπιοτο, αργόν, απολαυστικό. Γιατί σε ψάχνω; Έχω τόσο ξεχάσει τη μορφή σου και μόνο ένα τσίμπημα μου θυμίζει πως κάτι εδωδά, αναζητώ.» Κοντοστάθηκε κι άναψε με κόπο , ένα τσιγάρο. «Πάντα, όταν δεν έχω τι να πω, καπνίζω.» Ο ουρανός σα να άνοιξε λιγάκι, κι ο άντρας πήρε το δρόμο πίσω.
                Ένα ζουζούνι πέρασε μέσα από τους κύκλους τους καπνούς και ζαλισμένο, από τις δυσανάλογες αναθυμιάσεις, κοντοστάθηκε σ’ ένα κλαδί. Από κει που στεκόταν πρόσεξε το νοτισμένο χειρόγραφο, ό,τι πρόσεξε εδώ κείται. Οι υπόλοιπες γραμμές είχαν σβηστεί ή κάποιος δεν θέλησε να ποτέ να ειπωθούν.