προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ολίγον μόνο ανεπίκαιρο



Έκθαμβος διαπίστωσα πόσο ελάχιστη είναι η από-
σταση από την χώρα των νεκρών. 
"Έχω ζωντανούς δικούς
μου κι άφησα ν α φυγουν ται" (αντιστρέφοντας τον Rilke)
Ο Ερμής,φταίει, καθόλου φτερωτός ο ίδιος, μα με λέξεις 
νομίσματα βαρκάρη, μεταμορφώσεις,
σάβανα νεκρού 
με πέρασαν στην πέρα όχθη ανεπαίσθητα κι ύστερα ως άλλος
Πειρίθους στον Κάτω κόσμο εγκλωβίστηκα.
κι ούτε που πρόκαμαν οι μοιρολογήστρες.

Κάτω κόσμος όπως Κάτω Χώρες γιατί η επιφάνεια
χαμηλοτέρα της θαλάσσης όποτε με κάθε πλημμυρίδα
την αναπνοή  κρατώ και νιώθω
ως πετονιά στο μέσο ποταμού
ως κουβάς, ναι!, σε μαγγανοπήγαδο. Κι ωσότου 
να αρθεί το καλάμι και το μαγγάνι να ηχήσει---
άμπωτη: περιπλανιέμαι με το νέρο ως το γόνυ
στην κινστέρνα, βασιλική το δίχως άλλο 
και το νερό πια ένας καθρέφτης που άπειρες φορές αντανακλά
τη Μέδουσα 
                  μα δεν είμαι ο περσέας μήτε βέβαια βασιλιάς χριστιανών. 

Ηρακλή θυμήσου!
το κοντό σκοινί της μνήμης, (όχι το άλλο το μακρύ)
Στο μεταξύ συλλαβίζω ε λ ε υ θ ε ρ ί α μα φαίνεται πως 
από άλλον έχει ήδη λυθεί
ο γρίφος και πρόλαβαν και αλλάξαν 
το συνδυασμό. Μένω λοιπόν 
σαν πετονιά στο πιο βαθύ πηγάδι να με ψαρεύει του φεγγαριού 
η άλλη όψη, η αθέατη-που τον κάτω κόσμο διαφεντεύει.
Πράσινο, που μ' έκανε πράσινο 
η σελήνη, που l amar amar ga

χωρίς κλαδιά και χωρίς άλογα
Σε καιρούς απ'
ορίας
εξ'
ορίας σε
όρος(το) μη μετακινούμενο και θαλάσσα εκλειπούσα 

Κι ωστόσο πλανημένος φωνών και σκιάς
κινώ ως εκ θαύματος μια άλλη, πιο ήπια αντ-
αρκτική να κατοικήσω.
Είναι που με ανασύρεις, ζωή, κάθε βράδυ, ημιλιπόθυμο
γυρνώντας το μαγγάνι
τραβώντας το καλάμι
κι όρθιο με στήνεις ώστε με μαχαίρι να φονεύσω τον
Αναγνώστη.


{Μα κύριε δικαστά
έγω μονάχα τη λάμα εδοκίμαζα
δεν ήξερα,τ' ορκίζομαι, πως κόβει.}



Ως εδώ, μουσικό φόντο της αφήγησης ας φανταστούμε το εξής:
Δουλειά και χαμα-
λίκι
και βρώμα κι απλυσιά
μα-ζεύτηκαν οι 
λύκοι
να μπουν στη νεκλησσιά(η)
κοι μάμαι στο χα-
λίκι
χορταίνω από βρισιά
και μ' έχει σα σκου-
λήκι 
του κόσμου η μπαμπεσιά(;)
------
που θα πάμε τι θα φάμε
-------

σσσώπα! κι ό,τι βρεις μπροστά σου (χ)ά(ψ)ε

το νου σου! μην ξεχαστείς εκεί στα ξένα που γυρίζεις:
                                 για τα (ψ)ί(χ)ουλα τους ψάξε




Κι αν πιο πριν, όλως τυχαίως, διαγνώσατε απορίες του μοντερνισμού
(και μετά;)
          αιπερ μεθερμηνεύονται ως π ως φθάσαμε ως 
                                                     εδώ σύντροφοι αν μαζί τα φάγαμε
                                                     -τα ψίχουλα-

Σας απαντά ο νεκρός αντί εμού:

-Ε, λοιπόν αρνούμαι να κατοικήσω άλλο την χώρα των/
κι αν κανείς δεμεβγάλειέξω/
θα ξεθεμε λιώσω το θρόνο της λήθης ολάκερο/
(Ηρακλή θυμήσου!)/
και την ίδια θα την περάσω από λαιμητόμο

{Ε ί π ε  ο  Ορφέας, πια, στον Άδη και λιποψύχησε}